ἐπώκελλον


ἐπώκελλον
ἐποκέλλω
run ashore
aor ind act 3rd pl
ἐποκέλλω
run ashore
aor ind act 1st sg
ἐποκέλλω
run ashore
imperf ind act 3rd pl
ἐποκέλλω
run ashore
imperf ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εποκέλλω — ἐποκέλλω (Α) 1. σπρώχνω στην ξηρά, ρίχνω έξω («ἐπώκελλον γὰρ τὰ πλοῑα τετιμημένα χρημάτων», Θουκ.) 2. (αμτβ.) (για πλοία) εξοκέλλω, καθίζω («καὶ μίαν μὲν ἐποκείλασαν κατὰ τὸ ἱερὸν τοῡ Πρωτεσιλάου», Θουκ.) 3. εισέρχομαι, εισπλέω («ταύτας δὲ… …   Dictionary of Greek